ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΡΣΟΡΑ ΣΑΣ
PZ3 demo #2

Οι άγγελοι στην Ορθοδοξία



Από τους λόγους του ίδιου του Κυρίου γνωρίζουμε ότι την ψυχή κατά τον θάνατο την προϋπαντούν άγγελοι.

Από τους λόγους του ίδιου του Κυρίου γνωρίζουμε ότι την ψυχή κατά τον θάνατο την προϋπαντούν άγγελοι.

Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ[1].

Την μορφή επίσης με την οποία εμφανίζονται οι άγγελοι την γνωρίζουμε κι αυτήν από το Ευαγγέλιο: Άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς… Ην δε η ιδέα αυτού ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών[2]. Είδον νεανίσκον περιβεβλημένον στολήν λευκήν[3]. άνδρες δύο εν εσθήσεσιν αστραπτούσαις[4], δύο αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους[5].


Στην ιστορία της Χριστιανικής θρησκείας οι άγγελοι παρουσιάζονται πάντοτε με την ίδια μορφή, δηλαδή σαν εξαστράπτοντες νεανίσκοι περιβεβλημένοι στολήν λευκήν.

Η παράδοσις επίσης στην τέχνη της εικονογραφίας έχει επιδείξει διά μέσου των αιώνων συνέπεια ως προς την όψι των αγγέλων, που απεικονίζονται ακριβώς σαν εξαστράπτοντες νεανίσκοι, (συχνά με πτέρυγες, που είναι βέβαια ένα συμβολικό χαρακτηριστικό και δεν απαντάται συνήθως στις οράσεις αγγέλων).


Εξ άλλου η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος του 787 μ.Χ. ώρισε ότι οι άγγελοι πρέπει να περιγράφωνται μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με ανδρική μορφή.

Οι «ερωτιδείς» της δυτικής τέχνης της Αναγεννήσεως και των μεταγενεστέρων εποχών είναι παγανιστικής εμπνεύσεως και δεν έχουν καμμία σχέσι με τους αληθινούς αγγέλους. Πράγματι, η Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική Δύσις έχει ξεφύγει πολύ από την διδασκαλία της Αγίας Γραφής και από την αρχαία χριστιανική παράδοσι όχι μόνον ως προς την απεικόνισι των αγγέλων στην τέχνη, αλλά γενικότερα απ’ όλην την διδασκαλία περί πνευματικών όντων. Αν θέλουμε να καταλάβουμε την αληθινή χριστιανική διδασκαλία για την κατάστασι της ψυχής μετά τον θάνατο, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε καλά το σφάλμα τούτο.

Ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ6 (†1867), ένας από τους μεγάλους Πατέρες της εποχής μας, επεσήμανε το σφάλμα αυτό και αφιέρωσε σχεδόν ένα ολόκληρο τόμο από την συλλογή των έργων του για να το αποκαλύψη και παράλληλα να εκθέση την αληθινή Ορθόδοξη διδασκαλία επί του θέματος τούτου[7]. Επικρίνοντας τις απόψεις που περιέχονται σ’ ένα τυπικό Ρωμαιοκαθολικό έργο του 19ου αιώνος, το Λεξικό της Θεολογίας του Αββά Μπερζιέ, ο επίσκοπος Ιγνάτιος αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του τόμου αυτού (σελ. 185-302) για να καταπολεμήση την «μοντέρνα» ιδέα —που βασίζεται στην φιλοσοφία του Ντεκάρτ του 17ου αιώνα— ότι κάθε τι που βρίσκεται έξω από το υλικό βασίλειο ανήκει αναγκαστικά στο βασίλειο του «αμιγούς πνεύματος».

Στην πραγματικότητα η αρχή αυτή τοποθετεί τον άπειρο Θεό στο ίδιο επίπεδο με τα διάφορα πεπερασμένα πνεύματα (αγγέλους, δαίμονες, ψυχές μεταστάντων). Η ιδέα αυτή έχει σήμερα εξαπλωθή υπερβολικά (αν και εκείνοι που την ασπάζονται δεν διακρίνουν τις απώτερες συνέπειές της) και αποτελεί κατά μέγα μέρος την πραγματική αιτία της συγχύσεως που επικρατεί στον σύγχρονο κόσμο ως προς τα «πνευματικά» θέματα. Υπάρχει δηλαδή μεγάλο ενδιαφέρον για ο,τιδήποτε βρίσκεται πέραν του υλικού κόσμου, ενώ συνήθως γίνεται μια ασήμαντη μόνο διάκρισις μεταξύ θείου, αγγελικού, δαιμονικού και του αποτελέσματος ασυνήθιστων ανθρωπίνων δυνάμεων ή ακόμη και αυτής της φαντασίας.


Ο αββάς Μπερζιέ εδίδαξε ότι άγγελοι, δαίμονες και ψυχές μεταστάντων είναι όντα «απολύτως πνευματικά». Επομένως δεν υπόκεινται στους νόμους του χρόνου και του χώρου, μπορούμε να ομιλούμε για την μορφή και την κίνησί τους μόνο μεταφορικά και «έχουν ανάγκη να περιβάλωνται ένα λεπτό σώμα, όταν ο Θεός τους επιτρέπει να ενεργούν ως ενσώματοι»[8]. Ακόμη και μία κατά τα άλλα ενημερωμένη Ρωμαιοκαθολική εργασία του 20ού αιώνος περί του συγχρόνου πνευματισμού επαναλαμβάνει την διδασκαλία αυτή, αναφέροντας επί παραδείγματι ότι τόσο οι άγγελοι όσο και οι δαίμονες «μπορούν να δανεισθούν την ύλη που χρειάζονται (ώστε να είναι ορατοί από τους ανθρώπους) από μία κατώτερη έμψυχη ή άψυχη ουσία»[9]. Οι ίδιοι οι πνευματιστές και αποκρυφιστές έχουν πάρει αυτές τις ιδέες από την σύγχρονη φιλοσοφία.

Ο Αγγλικανός C. S. Lewis, ένας οξυδερκής απολογητής των απόψεων του Χριστιανισμού περί υπερφυσικού, κατακρίνει μεν ορθά την σύγχρονη αντίληψι, ότι ο ουρανός είναι «απλώς μία κατάστασις του νοός», αλλά είναι φανερό ότι είναι ακόμη τουλάχιστον μερικώς προσηλωμένος στην σύγχρονη άποψι ότι «το σώμα, ο τόπος, η κίνησις και ο χρόνος φαίνονται άσχετα προς τις υψηλότερες προσβάσεις της πνευματικής ζωής»[10]. Παρόμοιες απόψεις είναι αποτέλεσμα μιας υπεραπλουστεύσεως της πνευματικής πραγματικότητος, κάτω από την επίδρασι του σύγχρονου υλισμού και οφείλονται στην απώλεια επαφής με την αυθεντική διδασκαλία και με τις πνευματικές εμπειρίες.

Για να κατανοήσουμε την Ορθόδοξο διδασκαλία περί αγγέλων και άλλων πνευμάτων είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να λησμονήσουμε την υπεραπλουστευμένη διάκρισι της εποχής μας «ύλη – πνεύμα».

Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη από την διάκρισι αυτή, αλλά και ταυτόχρονα τόσο απλή, ώστε εκείνοι που είναι ακόμη ικανοί να την πιστεύσουν θα θεωρηθούν προφανώς από τους ευρύτερους κύκλους σαν «αφελώς προσηλωμένοι στο γράμμα». Ο επίσκοπος Ιγνάτιος γράφει (κι’ εμείς τονίζουμε) ότι «όταν ο Θεός ανοίξη τους (πνευματικούς) οφθαλμούς του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος μπορεί να ιδή τα πνεύματα με την πραγματική τους μορφή»[11] και ότι «οι άγγελοι όταν παρουσιάζωνται στους ανθρώπους έχουν ανθρώπινη μορφή»[12]. Γράφει επίσης ότι «είναι φανερό από την Αγία Γραφή ότι η ψυχή έχει την μορφή ανθρωπίνου σώματος, όπως ακριβώς και τα άλλα πνευματικά δημιουργήματα»[13]. Για ν’ αποδείξη αυτό το σημείο αναφέρει πληθώρα πατερικών πηγών.


Ας δούμε λοιπόν κι εμείς μόνοι μας την πατερική διδασκαλία. Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας στο έργο του περί Αγίου Πνεύματος λέγει ότι «ως προς τας αγγελικάς δυνάμεις η μεν ουσία αυτών είναι πνεύμα αέριον ή ίσως πυρ άυλον… Διά τούτο και ευρίσκονται εις τόπον συγκεκριμμένον και καθίστανται ορατοί διά της εμφανίσεώς των εις τους αξίους υπό την μορφήν των ιδικών των σωμάτων». Επίσης ότι «διά τους αγγέλους πιστεύεται ότι έκαστος εξ αυτών ευρίσκεται εις ένα ωρισμένον τόπον, διότι ο άγγελος ο οποίος επαρουσιάσθη εις τον Κορνήλιον δεν ευρίσκετο ταυτοχρόνως και δίπλα εις τον Φίλιππον[14], ενώ εκείνος ο οποίος συνωμίλει μετά του Ζαχαρίου εις το θυσιαστήριον[15], δεν ευρίσκετο συγχρόνως και εις την θέσιν του εις τον ουρανόν»[16].

Ομοίως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διδάσκει: «Εκείνοι είναι μετά την Τριάδα δεύτερα φώτα μετά δόξης βασιλικής, άγγελοι λαμπροί και άμορφοι, οι οποίοι περιστοιχίζουν τον μεγάλον θρόνον και επειδή είναι νόες ταχυκίνητοι, φλόγα και πνεύματα θεϊκά, ίπτανται γοργώς εις τον αιθέρα»[17].


Έτσι λοιπόν ενώ οι άγγελοι είναι πνεύματα και πυρός φλόγα[18] και ενοικούν σ’ ένα βασίλειο όπου δεν ισχύουν οι ανθρώπινοι νόμοι του χρόνου και του χώρου, εν τούτοις περιορίζονται κι αυτοί από τον χώρο και τον χρόνο και δρουν κατά ένα τέτοιο «υλικό» (ας πούμε) τρόπο, ώστε ωρισμένοι Πατέρες να μη διστάζουν να αναφέρωνται στα «αέρια σώματα» των αγγέλων.


Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ανακεφαλαιώνοντας κατά τον Η’ αιώνα την διδασκαλία των προ αυτού Πατέρων γράφει: «Εν τούτοις ο άγγελος λέγεται ασώματος και άυλος όταν συγκρίνεται με μας, γιατί κάθε τι που συγκρίνεται με τον Θεό, τον μόνον ασύγκριτο, βρίσκεται παχύ και υλικό.